Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

Παραμύθι δίχως τέλος-Νεόφυτος Δάνος


Έχουμε ξαναμιλήσει για τον Μελένιο....

Φορούσε κοντό παντελονάκι με τιράντες κι άσπρο λινό πουκάμισο...

Κι ακόμα φορούσε μποτίνια με χοντρή σόλα και καρφιά...
Για ν’αντέχουν στο τρέξιμο και στο σκαρφάλωμα....Ανάφαγο παιδί....Ετσι έλεγε η μάνα του....Αϋπνο....κι ανήσυχο....Εκοβε το μυαλό του...Καλός στην αριθμητική....και σε όσα χτίζονται πάνω σ’αυτή...στον «αρθμό» ή «ρυθμό»...Μουσική...Ποίηση...Καλός και στα χρώματα....εραστής μάλιστα του κόκκινου και του γαλάζιου...Ο ίδιος έλεγε παντα πώς το κόκκινο είναι Αίμα...Ζωή....Και το γαλάζιο
Ουρανός...Ψυχή...


Κι ακόμα ό ίδιος έλεγε πώς τα σχήματα είναι φυλακές....

Πώς όλα τα σχήματα είναι παρακμή της ευθείας....

Ηταν πολύ μικρός και άμαθος,για να του πει κανείς,πώς η ευθεία είναι ΜΟΝΑΞΙΑ...
Και πώς ο Κόσμος στήθηκε με τη συνταγή των σχημάτων...
Με τρίγωνα,τετράγωνα,πολύγωνα και κύκλους....
Πού σημαίνουν ΥΠΑΡΧΩ
Και πώς ο Θεός έπλασε τα σύμπαντα για να ΥΠΑΡΞΕΙ....




Ο Μελένιος,λοιπόν,ήταν αλητάμπουρας....

Ξέρεις...ένας μικρός Οδυσσέας....που έστηνε Τρωϊκούς Πολέμους...

Για να ξεφεύγει απ’την υπομονετική και πάντα πιστή Πηνελόπη...
Του άρεσαν τα ταξείδια...Μάθαινε απ’αυτά...
Με τον τρόπο που εκείνος καταλάβαινε σαν γνώση....
Με το σώμα του το ίδιο....
Σώμα που δεν εκτιμούσε ιδιαίτερα...
Μάλλον όχι περισσότερο από το ρούχο που φορούσε...
Ν’ακουμπάς τη φωτιά και να καίγεσαι...
Να βουλιάζεις στο νερό και να πνίγεσαι...
Αυτό είναι γνώση...
Ετσι έλεγε...



Τί να σoυ πώ για τα μάτια του...

Μάτια γεμάτα πίστη,σαν ενός μικρού υποταγμένου κουταβιού...

Ετοιμα να παραπονεθούν και να κλάψουν...
Και πάλι μάτια γεμάτια διαολιά,έτοιμα να δούν αυτό που δεν φαίνεται...
Και να πυρπολήσουν τον Κόσμο.....
Κι ακόμα μάτια αγγέλου,που μπορούν να βλέπουν τη σκιά του Θεού...
Χωρίς φόβο....



Τα χέρια του...αγαπούσαν τη Γή...

Λάτρευαν τη λάσπη...κι όσα μπορεί κανείς να φτιάξει με λάσπη

Και να τα εκθέσει στο βλέμμα του Δημιουργού
Και να πει «να...δες Πατέρα...δες πόσο σου μοιάζω»...



Ο Κόσμος που ζούσε...

Εξοχές και χωράφια...
Κρυφές ακρογιαλιές και δάση απάτητα...
Μακριά.....Μακριά....Μακριά...
Μακριά απ’τους ανθρώπους...
Οχι...δεν τους μισούσε...δεν μισούσε τους ανθρώπους...
Απλά δεν τους καταλάβαινε...
Δεν μιλούσαν τη δική του γλώσσα
Τη γλώσσα των πουλιών,της μέλισσας και του τζίτζικα...
Δεν μιλούσαν τη γλώσσα του Θεού...
Που εκείνος ήξερε και ήθελε να μιλάει...
Ομως μισούσε,που έχτιζαν τα σπίτια τους με κανόνα το Φόβο...
Το ένα κολλητά στο άλλο...Το ένα πάνω στο άλλο...
Και ξεχνούσαν ν’αφήσουν ανάμεσα στα σπίτια 
Κομμάτια ανέμελης φύσης 
Κομμάτια ομορφιάς...
Δένδρα...παρτέρα με λουλούδια...
Να βρούν τα ζούδια και τα ζούμπερα τροφή και φωλιά...
Να ζήσουν κι αυτά...Ν’αυγατίσουν...



Το Θαύμα της Ζωής...όπως αυτός,με τα δικά του άδολα μάτια

Το έβλεπε παντού γύρω του....τον έφερνε σε κατάσταση έκστασης...

Τόση ομορφιά...Τόση τελειότητα....Τόση αρμονία....

Τόση αγάπη...
Κι ένιωθε την ανάγκη να τραγουδήσει όλη αυτή την ομορφιά...
Να υμνήσει τη τελειότητα...την αρμονία...
Να νιώσει βαθιά μέσα του την αιτία της αγάπης....
Ετσι έφτιαχνε αυλούς από καλάμι
Και στον ίσκιο μιας γέρικης ελιάς προσπαθούσε να ταιριάξει ήχους



Στην άηχη μουσική-προσευχή που ανάβλυζε ασταμάτητα

Απ’τη ψυχή του...

Κι ακόμα έφτιαχνε λέξεις...δικές του λέξεις...χωρίς νόημα για τους άλλους...
Πού όμως χωρούσαν το δέος και τον απέραντο θαυμασμό
Που ένιωθε μπροστά στο ΕΡΓΟ του Δημιουργού....



Κι ακόμα ένιωθε ότι μέσα του...κάτω απ’το λευκό λινό πουκάμισο...

Κάτω απ’το δέρμα του....βαθιά κάτω απ’τη σάρκα του...
Στα φυλλοκάρδιά του μέσα σκιρτούσε μια ΖΩΗ διαφορετική...
Μια ζωή ασώματη...
Που δεν είχε τίποτα κοινό με τη ζωή που έβλεπε γύρω του...
Κάτι σαν αθάνατη φωτιά,που ήθελε να ενωθεί με τις αμέτρητες φωτιές...
Που καίνε ψηλά στον Ουρανό...
Με τ’αστέρια...
Κάτι σαν αστείρευτη πηγή αμεσότητας και αλήθειας....




Η Μάνα...η καλή του Μάνα...

Τον κηνυγούσε από πίσω...

Γεμάτη αγωνία και φόβο...
Για τις καθημερινές ΦΥΓΕΣ του....
Γεμάτη ενδιαφέρον για το αβέβαιο μέλλον του...
«Αντε παιδί μου στο σχολείο...να μάθεις...να προκόψεις»...
«Ασε τις γύρες στις εξοχές και στ’ακρογιάλια»
«Κανείς δεν είδε χαϊρι και προκοπή με σφεντόνες και φλάουτα»...
Καθημερινές παραινέσεις και παρακλήσεις μιας Μάνας...
Που ψυχανεμίζονταν....
Πως ετούτο το παιδί της θα πονέσει πολύ στη ζωή του....
Πολύ θα κλάψει...Πολύ θα δυσκολευτεί....
Μέχρι να βρει (αν ποτέ βρει) ένα δρόμο...




Ο Μελένιος,όμως,δεν έπαιρνε από λόγια...

Την έκανε κοπάνα από το σχολείο....

Κι έπαιρνε τα βουνά και τα λαγκάδια...
Δεν ήθελε...δεν άντεχε να βλέπει άλλες λέξεις...
Κάτω απ’τις λέξεις του αναγνωστικού....
Κι ούτε τις διδαχές των δασκάλων του άντεχε ν’ακούει....
Πού στο τέλος της γραφής όλες στο ίδιο «πρέπει» κατέληγαν...
«Πρέπει να μεγαλώσεις....Να μεγαλώσεις παιδί μου»....
«Να γίνεις σαν κι εμένα....»......
Κι εκεί...στις μονές του...σε μέρη που μόνο ο ίδιος γνώριζε...
Προσπαθούσε ν’αφουγκραστεί το μόνο Δάσκαλο...
Που άφησε ποτέ να τον διδάξει...
Τη φωτιά που κατάκαιγε μέσα του κάθε πλάνη....
Τη πηγή,που από τα βάθη του είναι του,έφερνε στο φώς...
Έναν αληθινό ΕΑΥΤΟ...





Ναι...Θαύμαζε κι αγαπούσε το έργο του ΘΕΟΥ...

Δεν μπορούσε όμως να καταλάβει...

Για ποιό λόγο όλη η αυτή η αβάσταχτη ομορφιά...
Που έβλεπε γύρω του...
Και τον είχε μαγέψει....
Στο τέλος....
Καθώς ο χρόνος περνούσε....
Σκούριαζε....
Πέθαινε...



«ΠΕΘΑΙΝΩ»....Λέξη κι αυτή...

Την άκουσε για τον Παππού...
Την άκουσε για τη Γιαγιά...
Για θείους,για θείες,για ξένους ανθρώπους...
Για πουλιά...για ζώα....για λουλούδια...για δένδρα....
Πού έφευγαν μέρα με τη μέρα...
Αφήνοντας πίσω τους μια σκιά...





Αυτό που αργότερα του είπαν πως το λένε ΜΝΗΜΗ.....

«Πεθαίνω»...Λέξη κι αυτή...

Δεν καταλάβαινε...
Μα την αλήθεια...τί σημαίνει «πεθαίνω» ?
Τί σημαίνει ήμουν και τώρα δεν είμαι ?
Γιατί συμβαίνει αυτό ?
Ποιός χαζός τα κάνει όλα αυτά ?
Ποιός δημιουργεί κάτι τόσο όμορφο κι αφήνει μετά από λίγο...
Να γίνει...σκουριά....στάχτη...χώμα...





Κανείς δεν μπόρεσε,τότε,να απαντήσει με πειστικό τρόπο

Σ’αυτά τα ερωτήματά του....

Απλά ερωτήματα....ερωτήματα ενός παιδιού ( ???) ...

Βιβλία...τόσα βιβλία....μα καμμιά απάντηση ...
Σοφοί και πάλι Σοφοί....Αρχαίοι και Νέοι....
Άγιοι...Θεοί....Δαίμονες....
Λόγια...χάρτινος σωρός μουσκεμένος απ’τα δάκρυα...
Μιας απέραντης ΛΥΠΗΣ...







Όμως,τα χρόνια περνούσαν....

Όλα γύρω μεγάλωναν...σκούριαζαν...

Όλοι γύρω του μεγάλωναν...σκούριαζαν...
Μόνο εκείνος έμενε μικρός...
Γιατί....
Αχ....Aυτό ψάχνει ακόμα….
Κάπου εδώ σταματάει ο Μελένιος.....Χαχαχααααά...
Μεγάλος μπαγάσας...



Δεν θέλει να συνεχίσει...

Κρύβεται στα παιδικά του ρούχα...



ΠΗΓΗ: http://thesecretrealtruth.blogspot.com/2012/10/blog-post_3670.html#ixzz29iPeGZFu

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...